ΑΥΤΟΑΝΟΣΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ

Δευτέρα 12 Σεπτεμβρίου 2016

Η ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΑΝΟΣΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΣΥΣΤΗΜΑΤΟΣ

Το ανοσοποιητικό σύστημα είναι ένα σύνθετο δίκτυο από κύτταρα και μόρια τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες προφυλάσσουν τον οργανισμό και εξουδετερώνουν λοιμώξεις από βακτηρίδια, ιούς και άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς.

Στα αυτοάνοσα νοσήματα το ανοσολογικό σύστημα είτε προσβάλλει τον ίδιο τον οργανισμό (αυτοανοσία), επιτίθεται δηλαδή εναντίον του ίδιου του σώματος, στοχεύοντας τα κύτταρα, τους ιστούς και τα όργανα, είτε στην προσπάθειά του να εξουδετερώσει ξένες ουσίες προκαλεί βλάβη στον οργανισμό (αυτοφλεγμονή), είτε τέλος υπολειτουργεί με αποτέλεσμα συχνές και υποτροπιάζουσες λοιμώξεις (ανοσοανεπάρκειες). Με άλλα λόγια, το ανοσοποιητικό σύστημα αντιμετωπίζει ως ξένο ένας μέρος του οργανισμού στον οποίο ανήκει, δημιουργώντας αντισώματα εναντίον ιστών και οργάνων του οργανισμού αυτού.

Πολλά από τα αυτοάνοσα νοσήματα είναι σπάνια. Ως ομάδα νοσημάτων όμως, τα αυτοάνοσα νοσήματα προσβάλλουν εκατομμύρια ανθρώπων. Ορισμένα αυτοάνοσα νοσήματα εμφανίζονται συχότερα σε ορισμένους πληθυσμούς. Για παράδειγμα, "ο Λύκος" είναι συχνότερος στις γυναίκες αφρικανικής και ισπανικής καταγωγής από ότι στις γυναίκες της καυκάσιας φυλής που προέρχονται από την Ευρώπη. Η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα και το Σκληρόδερμα προσβάλλουν σε μεγαλύτερο ποσοστό κάποιες κοινότητες ιθαγενών κατοίκων από ότι τον γενικό αμερικανικό πληθυσμό.

Μεταδοτικότητα

Δεν έχει αποδειχτεί ποτέ ότι κάποιο αυτοάνοσο νόσημα είναι μεταδοτικό. Τα αυτοάνοσα νοσήματα δεν μεταδίδονται σε άλλους ανθρώπους όπως οι λοιμώξεις και δεν σχετίζονται με το σύνδρομο επίκτητης Ανοσοανεπάρκειας (AIDS). Τα πιο γνωστά αυτοάνοσα νοσήματα είναι: Η Ρευματοειδής Αρθρίτιδα, ο Συστηματικός Ερυθηματώδης Λύκος (ΣΕΛ), το Σκληρόδερμα και το σύνδρομο Sjorgen. 


ΡΕΥΜΑΤΟΕΙΔΗΣ ΑΡΘΡΙΤΙΔΑ

Στη Ρευματοειδή Αρθρίτιδα προσβάλλονται από το ανοσοποιητικό σύστημα του οργανισμού οι αρθρώσεις. Κυρίως προσβάλλονται οι μικρές αρθρώσεις συμμετρικά, όπως οι αρθρώσεις του χεριού. Η ασθένεια εκδηλώνεται με πόνο, δυσκαμψία και δυσλειτουργικότητα της άρθρωσης. Η χρόνια αυτή νόσος, που χαρακτηρίζεται από φλεγμονή των αρθρώσεων και βαθμιαία καταστροφή του αρθρικού θύλακα, αποδεικνύεται ηπιότερη στις μεσογειακές χώρες.

Εργαστηριακή διάγνωση της ρευματοειδούς αρθρίτιδας:

Μια κοινή εξέταση αποτελεί η δοκιμασία για την ανεύρεση του ρευματοειδούς παράγοντα (RA test), ενός παθολογικού αντισώματος που ανιχνεύεται στο αίμα των περισσότερων ασθενών με Ρευματοειδή Αρθρίτιδα. Εντούτοις, δεν είναι όλοι οι ασθενείς που πάσχουν από τη νόσο θετικοί στο ρευματοειδή παράγοντα, ειδικά στα αρχικά στάδια, ούτε το σύνολο των θετικών στο ρευματοειδή παράγοντα αναπτύσσουν τη νόσο. Άλλες κοινές εξετάσεις είναι: η γενική αίματος (λευκοκυτταρικός τύπος, έλεγχος για αναιμία) και η ταχύτητα καθίζησης των ερυθροκυττάρων (ΤΚΕ, που υποδηλώνει την παρουσία φλεγμονής).

Τα συνηθέστερα εργαστηριακά ευρήματα στους ασθενείς με ρευματοειδή αρθρίτιδα είναι:

* Αυξημένη ΤΚΕ
* Αυξημένη C-αντιδρώσα πρωτεΐνη (CRP)
* Θρομβοκυττάρωση, δηλ αύξηση των αιμοπεταλίων
* Αναιμία
* Θετικός ρευματοειδής παράγοντας (στο 60-70% των ασθενών)
* Θετικά αντί-CCP αντισώματα (στο 60-70% των ασθενών)

ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΟΣ ΕΡΥΘΗΜΑΤΩΔΗΣ ΛΥΚΟΣ (ΣΕΛ)

Στον ΣΕΛ προσβάλλεται από το ανοσοποιητικό σύστημα ο συνδετικός ιστός.  Υπάρχουν ειδικά αντισώματα στο αίμα του ασθενούς τα οποία στρέφονται εναντίον συστατικών του συνδετικού ιστού. Τα συμπτώματα που εμφανίζει ο ασθενής είναι κούραση, αρθραλγίες και εξανθήματα στα μέρη του σώματος που εκτίθενται στον ήλιο. Στον ΣΕΛ, ειδικά σε σοβαρές περιπτώσεις προσβάλλονται τα νεφρά, οι πνεύμονες, ο εγκέφαλος και άλλα όργανα. Η νόσος αυτή θεωρείται η κορωνίδα των αυτοάνοσων διότι παρουσιάζει πολλά αυτοάνοσα φαινόμενα, όπως αυτοαντισώματα και ενεργοποιημένα λεμφοκύτταρα, ενώ εκφράζει συμπτώματα σε πολλά όργανα και συστήματα του οργανισμού.

Εργαστηριακή διάγνωση ΣΕΛ

Οι χρησιμότερες εξετάσεις για τον προσδιορισμό της νόσου, ανιχνεύουν συγκεκριμένα αυτοαντισώματα, συχνά παρόντα στον ορό ασθενών με Λύκο. Για παράδειγμα, η εξέταση αντιπυρηνικών αντισωμάτων (ΑΝΑ) χρησιμοποιείται για την ανίχνευση αυτοαντισωμάτων που δρουν εναντίον συστατικών του πυρήνα, δηλαδή του "κέντρου διοίκησης" των κυττάρων του ίδιου του οργανισμού του ασθενούς. Οι περισσότεροι ασθενείς με Λύκο είναι θετικοί στην εξέταση ανίχνευσης ΑΝΑ, εντούτοις, ΑΝΑ μπορούν να ανιχνευθούν και σε διάφορες άλλες καταστάσεις όπως σε λοιμώξεις, σε άλλα ρευματικά ή αυτοάνοσα νοσήματα ή περιστασιακά σαν τυχαίο εύρημα σε φυσιολογικούς υγιείς ενήλικες. Η εξέταση ΑΝΑ απλώς προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην προσπάθεια του γιατρού για διάγνωση. Επιπροσθέτως, γίνεται και ανίχνευση ειδικών αντισωμάτων όπως: αντί-DNA, αντι-Sm, αντι-RNP, αντι-Ro (SSA) και αντι-La (SSB). 

Αναλυτικά οι εξετάσεις που γίνονται για την διάγνωση του ΣΕΛ είναι:

* ΤΚΕ και CRP. Στον ΣΕΛ ενώ η ΤΚΕ είναι αυξημένη, η CRP είναι χαρακτηριστικά φυσιολογική. Εάν είναι αυξημένη αποτελεί ένδειξη παρουσίας λοίμωξης.
* Γενική αίματος για την ανίχνευση αναιμίας, χαμηλών αιμοπεταλίων και λευκών αιμοσφαιρίων.
* Ηλεκτροφόρηση πρωτεϊνών του πλάσματος. Η παρουσία αυξημένης γ-σφαιρίνης είναι ένδειξη φλεγμονής και η μειωμένη λευκωματίνη ένδειξη προσβολής των νεφρών.
* Βιοχημικές εξετάσεις: Ουρία, κρεατινίνη, μεταβολισμός ηλεκτρολυτών (μπορούν να αποκαλύψουν προσβολή των νεφρών), τρανσαμινάσες (ηπατική λειτουργία) και έλεγχο μυικών ενζύμων (προσβολή των μυών).
* Εξέταση ούρων (μπορεί να αξιολογηθεί η προσβολή των νεφρών).

Η εξέταση ούρων μπορεί να αποκαλύψει διάφορα σημάδια φλεγμονής στους νεφρούς, όπως ερυθρά αιμοσφαίρια ή αυξημένο λεύκωμα. Για να μετρηθεί το λεύκωμα χρειάζεται η συλλογή ούρων 24ώρου. Με αυτό τον τρόπο μπορεί να διαγνωσθεί η πρώιμη προσβολή των νεφρών.

Ανοσολογικές εξετάσεις:

* Αντιπυρηνικά αντισώματα (ΑΝΑ)
* Αντισώματα έναντι του DNA
* Αντισώματα αντι-Sm
* Αντιφωσφολιπιδικά αντισώματα
* Εργαστηριακές εξετάσεις που μετρούν τα επίπεδα του συμπληρώματος στο αίμα (ομάδα πρωτεϊνών του αίματος που καταστρέφουν τα μικρόβια και ρυθμίζουν τη φλεγμονώδη αντίδραση και την ανοσιακή απάντηση). Συγκεκριμένες πρωτεΐνες του συμπληρώματος (C3 και C4) μπορεί να καταναλωθούν σε ανοσιακές αντιδράσεις και τα χαμηλά επίπεδα αυτών των πρωτεϊνών σημαίνουν την παρουσία ενεργής νόσου, ιδίως νεφρικής προσβολής.

ΣΥΣΤΗΜΑΤΙΚΗ ΣΚΛΗΡΥΝΣΗ Η ΣΚΛΗΡΟΔΕΡΜΑ

Στο Σκληρόδερμα προσβάλλεται από το ανοσοποιητικό σύστημα ο συνδετικός ιστός. Τα αντισώματα προσβάλλουν το κολλαγόνο και τις ελαστικές ίνες διαφόρων οργάνων (πνεύμονες, καρδιά, νεφροί) και του δέρματος με αποτέλεσμα το δέρμα να σκληραίνει και να αυξάνει το πάχος του. Η νόσος αποτελεί γενική διαταραχή των μικρών αρτηριών και του συνδετικού ιστού, η οποία χαρακτηρίζεται από απόφραξη των αγγείων και ίνωση του δέρματος και των εσωτερικών οργάνων περιλαμβανομένων του γαστρεντερικού σωλήνα, των πνευμόνων, της καρδιάς και των νεφρών. Η συστηματική σκλήρυνση έχει παγκόσμια κατανομή. Η πάθηση εμφανίζεται συνήθως στις ηλικίες μεταξύ 25-50 ετών και επηρεάζει περισσότερο τις γυναίκες σε σύγκριση με τους άνδρες σε αναλογία 3:4, ενώ στα παιδιά και στους ηλικιωμένους συμβαίνει σπάνια. Λιγότερο από 10% των ασθενών με σκληρόδερμα εμφανίζουν τη νόσο σε ηλικία μικρότερη των 20 ετών και μόλις το 1-2% από αυτούς σε ηλικία μικρότερη των 10 ετών.

Εργαστηριακή διάγνωση του Σκληροδέρματος

Είναι αξιοσημείωτο οτι στους ασθενείς με συστηματική σκλήρυνση τα αποτελέσματα των συνήθων εργαστηριακών εξετάσεων είναι φυσιολογικά. Η ΤΚΕ είναι συνήθως φυσιολογική ή ελαφρώς αυξημένη. Αναιμία συνήθως παρατηρείται όταν υπάρχει γαστρεντερική ή νεφρική προσβολή. Η αυτοάνοση αιμολυτική αναιμία είναι σπάνια. Ήπια υπεργαμμασφαιριναιμία (IgG) και Ρευματοειδής παράγοντας (RA test) ανευρίσκονται σε ποσοστό 30% περίπου των ασθενών και ιδιαίτερα σε εκείνους με σύνδρομα επικαλύψεως. Σχεδόν σε όλους τους ασθενείς με συστηματική σκλήρυνση ανευρίσκονται στον ορό τους αντιπυρηνικά αντισώματα τα οποία αποτελούν μια ετερογενή ομάδα αυτοαντισωμάτων που στρέφονται κατά διαφόρων αντιγόνων συστατικών του πυρήνα όπως του DNA, ιστονικών και μη πρωτεϊνών.

ΣΥΝΔΡΟΜΟ Sjorgen (ΣΣ)

Είναι ένα συστηματικό αυτοάνοσο νόσημα που χαρακτηρίζεται από συμπτώματα ξηρότητας (ξηροφθαλμία και ξηροστομία) και είναι δυνατόν να συνοδεύεται από άλλα αυτοάνοσα νοσήματα (ρευματοειδή αρθρίτιδα, ΣΕΛ, προϊούσα συστηματική σκλήρυνση κλπ). Αν και το σύνδρομο Sjorgen μπορεί να προσβάλλει οποιαδήποτε ηλικία, είναι συχνότερο στις γυναίκες μέσης ηλικίας και η αναλογία γυναικών προς άνδρες είναι 9:1. Η αλληλεπίδραση νευρικών και ανοσολογικών παραγόντων επηρεάζει την έκκριση των δακρυϊκών αδένων και συμβάλλει στην παθογένεια των συμπτωμάτων ξηρότητας του ΣΣ.

Τα κυριότερα εργαστηριακά ευρήματα σε ασθενείς με σύνδρομο Sjorgen είναι:

* Αναιμία χρόνιας νόσου
* Αυξημένη ΤΚΕ
* Θετικά αυτοαντισώματα
   - Αντιπυρηνικά αντισώματα
   - Αντι-Ro αντισώματα
   - Αντι-La αντισώματα
   - Ρευματοειδής παράγοντας
* Λεμφοπενία, δηλ πτώση του απόλυτου αριθμού των λεμφοκυττάρων του περιφερικού αίματος σε επίπεδα κατώτερα των 1500/mm3
* Ουδετεροπενία, δηλ πτώση του απόλυτου αριθμού των λεμφοκυττάρων του περιφερικού αίματος σε επίπεδα κατώτερα των 1500/mm3
* Θρομβοκυτταροπενία, δηλ πτώση του απόλυτου αριθμού των αιμπεταλίων (θρομβοκυττάρων) του περιφερικού αίματος σε επίπεδα κατώτερα των 100.000/mm3
* Υπεργαμμασφαιριναιμία 
* Κρυοσφαιριναιμία
* Χαμηλά επίπεδα του παράγοντα 4 του συμπληρώματος (C4)

ΑΥΤΟΑΝΟΣΑ ΝΟΣΗΜΑΤΑ